Σε μια πλακόστρωτη γωνιά βρες τε μου, βρες τε ένα μπαρ που αγόρια όμορφα του κόσμου να συχνάζουν όμως εγώ δεν το μπορώ πάνω από μέρα ν΄αγαπώ σ΄αυτήν την πόλη είν' αρκετό κάποιον μια μέρα ν΄αγαπώ
Βρες τε μου, βρε τε ένα παιδί να 'ν' η καρδιά του ωκεανή και ξεριζώστε του τα μάτια δίχως λύπη βγάλτε τα μάτια του γιατί δεν τα χρειάζεται να δει αυτή την πόλη το χτικιό που όλοι σε τρώνε ζωντανό
“I do feel that I’ve managed to make something I could maybe call my world…over time…little by little. And when I’m inside it, to some extent, I feel kind of relieved. But the very fact I felt I had to make such a world probably means that I’m a weak person, that I bruise easily, don’t you think? And in the eyes of society at large, that world of mine is a puny little thing. It’s like a cardboard house: a puff of wind might carry it off somewhere.”